Σαν σήμερα 1 Αυγούστου: Το ατύχημα του Νίκι Λάουντα και η επιστροφή που έγραψε ιστορία
Ο Νίκι Λάουντα έμεινε 55 δευτερόλεπτα μέσα στις φλόγες. Έξι εβδομάδες αργότερα, με τις πληγές του ακόμη ανοιχτές, τερμάτιζε τέταρτος στη Μόντσα
Στις 1 Αυγούστου 1976, ο Νίκι Λάουντα βρισκόταν στην κορυφή της Formula 1. Ήταν ο εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής, είχε ήδη κερδίσει πέντε αγώνες μέσα στη σεζόν και έδειχνε έτοιμος να κατακτήσει τον τίτλο για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όμως, η μάχη για το πρωτάθλημα έγινε μάχη για τη ζωή του.
Στον δεύτερο γύρο του Γερμανικού Grand Prix, η Ferrari 312T2 του Αυστριακού οδηγού βγήκε από την πορεία της πριν από τη στροφή Bergwerk, προσέκρουσε στο ανάχωμα με ταχύτητα που υπολογίζεται περίπου στα 190 χιλιόμετρα την ώρα και τυλίχθηκε στις φλόγες. Το μονοθέσιο επέστρεψε στη μέση της πίστας, όπου χτυπήθηκε από άλλα αυτοκίνητα.
Ο Λάουντα έμεινε παγιδευμένος στο φλεγόμενο κόκπιτ.
Οι οδηγοί που μπήκαν μέσα στις φλόγες
Μετά την πρόσκρουση, το ρεζερβουάρ της Ferrari διαλύθηκε και το αυτοκίνητο πήρε αμέσως φωτιά. Το κράνος του Λάουντα αποκολλήθηκε κατά τη σύγκρουση, αφήνοντας μέρος του κεφαλιού και του προσώπου του εκτεθειμένο στις φλόγες.
Οι οδηγοί Μπρετ Λάνγκερ, Γκάι Έντουαρντς και Χάραλντ Έρτλ σταμάτησαν τα μονοθέσιά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν. Λίγο αργότερα έφθασε και ο Ιταλός Αρτούρο Μερτσάριο, πρώην οδηγός της Ferrari.
Οι πρώτες προσπάθειες να απελευθερώσουν τον Λάουντα απέτυχαν, καθώς παρέμενε δεμένος στο κάθισμα. Ο Μερτσάριο, γνωρίζοντας τον μηχανισμό των ζωνών ασφαλείας της Ferrari, έσκυψε μέσα στο φλεγόμενο αυτοκίνητο και κατάφερε να τις λύσει. Οι υπόλοιποι οδηγοί τράβηξαν τον Λάουντα έξω από το κόκπιτ και τον μετέφεραν στην άκρη της πίστας.
Η παρέμβασή τους ήταν καθοριστική. Χωρίς αυτήν, ο Λάουντα πιθανότατα δεν θα είχε επιζήσει.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν ήταν τα εγκαύματα
Ο Λάουντα υπέστη σοβαρά εγκαύματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στα χέρια, έχασε τμήμα του δεξιού αυτιού και χρειάστηκε χειρουργικές επεμβάσεις και μοσχεύματα δέρματος. Τα βλέφαρά του αποκαταστάθηκαν με δέρμα από τα αυτιά του.
Ωστόσο, ο άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του δεν προερχόταν κυρίως από τα εγκαύματα.
Για δεκάδες δευτερόλεπτα είχε εισπνεύσει καπνό και τοξικά αέρια από τα καύσιμα, τα ελαστικά και τα υλικά κατασκευής του μονοθεσίου. Οι πνεύμονές του είχαν υποστεί σοβαρή βλάβη και η κατάστασή του επιδεινώθηκε γρήγορα.
Μεταφέρθηκε με ελικόπτερο στο νοσοκομείο και έπεσε σε κώμα. Οι γιατροί δεν ήταν βέβαιοι ότι θα κατάφερνε να περάσει τη νύχτα, ενώ κλήθηκε ιερέας για να του χορηγήσει τα τελευταία μυστήρια.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος έλεγε ότι τα εγκαύματα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, αλλά η βλάβη στους πνεύμονες ήταν εκείνη που παραλίγο να τον σκοτώσει.
Ο ίδιος είχε προειδοποιήσει ότι η πίστα ήταν επικίνδυνη
Το Νίρμπουργκρινγκ θεωρούνταν ήδη μία από τις πιο απαιτητικές και επικίνδυνες πίστες στον κόσμο. Η παλιά διαδρομή της Nordschleife είχε μήκος άνω των 22 χιλιομέτρων, περισσότερες από 170 στροφές και περνούσε μέσα από τα βουνά Άιφελ. Ο Τζάκι Στιούαρτ την είχε ονομάσει «Πράσινη Κόλαση».
Λόγω του τεράστιου μήκους της, ήταν πρακτικά αδύνατο να υπάρχουν επαρκείς διασώστες, πυροσβέστες και οχήματα άμεσης επέμβασης σε κάθε σημείο. Παράλληλα, οι καιρικές συνθήκες μπορούσαν να διαφέρουν σημαντικά από τη μία πλευρά της πίστας στην άλλη.
Ο ίδιος ο Λάουντα είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις. Το πρωί του αγώνα συγκέντρωσε τους οδηγούς και πρότεινε να μη διεξαχθεί το Grand Prix, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα ασφαλείας δεν επαρκούσαν. Η πρότασή του τέθηκε σε ψηφοφορία, αλλά απορρίφθηκε και ο αγώνας ξεκίνησε κανονικά.
«Παλεύεις με το μυαλό σου»
Ο Λάουντα δεν θυμόταν τη στιγμή του δυστυχήματος. Όπως είχε εξηγήσει σε συνέντευξή του στο BBC το 1977, το χτύπημα στο κεφάλι είχε σβήσει από τη μνήμη του τα τελευταία λεπτά πριν από τη σύγκρουση και περίπου 20 λεπτά μετά από αυτήν.
Θυμόταν, όμως, τη μάχη στο νοσοκομείο.
«Είσαι πολύ κουρασμένος και θέλεις να κοιμηθείς. Αλλά ξέρεις ότι δεν πρόκειται απλώς για ύπνο. Είναι κάτι άλλο», είχε πει. Η προσπάθειά του, όπως την περιέγραφε, ήταν να διατηρεί το μυαλό του ενεργό και το σώμα του έτοιμο να αντισταθεί.
Δεν αντιμετώπιζε την επιβίωσή του ως αποτέλεσμα κάποιου θαύματος. Θεωρούσε ότι έπρεπε να συνεργαστεί με τους γιατρούς, να αντέξει τις επώδυνες θεραπείες και να μην επιτρέψει στον εαυτό του να παραιτηθεί.
Η επιστροφή του 42 ημέρες μετά το ατύχημα
Όταν η άμεση απειλή για τη ζωή του πέρασε, ο Λάουντα έθεσε έναν στόχο που έμοιαζε αδιανόητος: να επιστρέψει στην πίστα πριν από το τέλος της σεζόν.
Είχε χάσει βάρος, οι πληγές στο κεφάλι του δεν είχαν επουλωθεί και το πρόσωπό του παρέμενε βαριά τραυματισμένο. Στις πρώτες δοκιμές του με τη Ferrari, στελέχη της ομάδας έλεγαν ότι έμοιαζε «με φάντασμα».
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1976, μόλις 42 ημέρες μετά το ατύχημα, εμφανίστηκε στο Ιταλικό Grand Prix της Μόντσα. Είχε χάσει μόνο δύο αγώνες.
Το κράνος του είχε τροποποιηθεί ώστε να μην πιέζει τις πληγές του. Παρ’ όλα αυτά, η τριβή προκαλούσε αιμορραγία και, όταν το αφαιρούσε, οι επίδεσμοι ήταν γεμάτοι αίμα.
Η επιστροφή του δεν ήταν πράξη ανθρώπου που δεν φοβόταν. Ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα ότι στη Μόντσα ήταν «άκαμπτος από τον φόβο». Μπήκε, όμως, ξανά στη Ferrari, ολοκλήρωσε τον αγώνα και τερμάτισε τέταρτος.
Παρά την απουσία του, ο Λάουντα διεκδίκησε τον τίτλο έως τον τελευταίο αγώνα, στο Φούτζι της Ιαπωνίας. Υπό καταρρακτώδη βροχή και με την όρασή του ακόμη επηρεασμένη, εγκατέλειψε έπειτα από δύο γύρους, κρίνοντας τις συνθήκες υπερβολικά επικίνδυνες.
Ο Τζέιμς Χαντ τερμάτισε τρίτος και κατέκτησε το πρωτάθλημα με διαφορά μόλις ενός βαθμού. Η απόφαση του Λάουντα προκάλεσε αντιδράσεις, όμως ο ίδιος επέμεινε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει ξανά τη ζωή του.
Η επιστροφή στην κορυφή
Το 1977, ο Λάουντα κατέκτησε το δεύτερο παγκόσμιο πρωτάθλημα της καριέρας του. Στις 31 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς, 364 ημέρες μετά το δυστύχημα, κέρδισε το Γερμανικό Grand Prix στο Χόκενχαϊμ.
Δεν είχε επιστρέψει απλώς στους αγώνες. Είχε επιστρέψει στην κορυφή.
Οι ουλές στο πρόσωπό του παρέμειναν ορατές σε όλη του τη ζωή, όπως και οι συνέπειες από την εισπνοή των τοξικών αερίων. Ο ίδιος, πάντως, απέφευγε να παρουσιάζει την ιστορία του με όρους ηρωισμού.
Η δύναμή του βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την ψυχρή, σχεδόν πραγματιστική στάση: αναγνώρισε τον φόβο, υπολόγισε τον κίνδυνο και επέστρεψε όταν πίστεψε ότι μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Το δυστύχημα στο Νίρμπουργκρινγκ δεν τον έκανε ατρόμητο. Απέδειξε ότι μπορούσε να συνεχίσει, παρότι φοβόταν.
πηγή: newsbeast.gr



