ΔΙΕΘΝΗΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Bacardi: Το επιχειρηματικό δαιμόνιο ενός 15χρονου και η οικογένεια που απογείωσε το ρούμι

Ο δρόμος προς την κορυφή είχε δέκα χρόνια πειράματα, έναν σεισμό 7,1 Ρίχτερ, μια επιδημία χολέρας και δύο επαναστάσεις

Στον κόσμο των επιχειρήσεων λένε ότι η απόλυτη επιτυχία ενός brand είναι να ταυτιστεί τόσο πολύ με το προϊόν στη συνείδηση του κόσμου, που να φτάσει στο σημείο να το αντικαταστήσει στις κουβέντες της καθημερινής ζωής. Αν μη τι άλλο, λίγοι το έχουν καταφέρει, και η οικογένεια Μπακάρντι μπορεί να υπερηφανεύεται ότι είναι μία απ’ αυτές. Στη συνείδηση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο το όνομά αυτό φέρνει στο νου ένα μόνο πράγμα: το ρούμι.

Η ταύτιση αυτή δεν έγινε τυχαία. Η Bacardi Limited μπορεί να είναι σήμερα ένας κολοσσός στην κατηγορία των αλκοολούχων ποτών, με πάνω από 200 (!) διαφορετικές μάρκες ποτών, με πωλήσεις σε 170 χώρες και περιοχές του πλανήτη και πάνω από 8.000 υπαλλήλους στο άμεσο payroll της, ωστόσο παραμένει μια οικογενειακή επιχείρηση επί επτά γενιές. Κι αυτό επειδή ο Φακούντο Μπακάρντι, από τον οποίο ξεκίνησαν όλα, απέκτησε τέτοιον έρωτα με το ρούμι, που αποφάσισε να το «εξευγενίσει» και να το κάνει γνωστό στα πέρατα του κόσμου.

O Ισπανός ιδρυτής της Βacardi, Facundo Bacardí (1813-1886) / Photo: www.bacardi.com

Γεννημένος στη Σίτγκες της Καταλονίας, ένα μικρό λιμάνι νοτιοδυτικά της Βαρκελώνης, ο νεαρός Φακούντο προοριζόταν να ακολουθήσει τη μοίρα της οικογένειας στο μικρό εργοστάσιο που παρήγαγε τούβλα. Ένας από τους αδελφούς του πατέρα του είχε μεταναστεύσει στην Κούβα, όπου είχε ανοίξει ένα μικρό εμπορικό κατάστημα στην πόλη Σαντιάγκο. Το 1828, πριν κλείσει καν τα 15 του χρόνια, ο Φακούντο αποφάσισε να πάει κι αυτός στην Κούβα και να δουλέψει εκεί, μαζί με τον μεγάλο του αδελφό. Όσο μεγάλωνε σε ηλικία αναλάμβανε όλο και περισσότερες ευθύνες και το 1843, όντας πια η κεφαλή του διευρυμένου καταστήματος, πέτυχε να ανέβει και κοινωνικά μ’ έναν πλούσιο γάμο: Παντρεύτηκε την δόνα Αμαλία Βικτόρια Μορό, η οποία είχε γαλλο-αϊτινές ρίζες.

O έρωτας του Φακούντο Μπακάρντι για το ρούμι
Στα μέσα του 19ου αιώνα το ρούμι παρασκευαζόταν φτηνά και απευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά στους εργάτες γης και τις κατώτερες τάξεις -οι απόγονοι των Ισπανών που είχαν στα χέρια τους τον πλούτο και την εξουσία προτιμούσαν αποκλειστικά το κρασί. Η ιδέα να παρασκευάσει μια πιο ήπια γευστικά παραλλαγή στο ρούμι και να το προσφέρει στην αστική τάξη καρφώθηκε στο μυαλό του Μπακάρντι από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, αρχικά για… ιδιωτική χρήση. Στην αρχή προσπάθησε να «δαμάσει» το ρούμι. Απομόνωσε ένα στέλεχος μαγιάς που συλλέγεται από τοπικό ζαχαροκάλαμο και χρησιμοποιείται στην παραγωγή του Bacardí μέχρι σήμερα. Αυτή η μαγιά δίνει στο συγκεκριμένο ρούμι το γευστικό του προφίλ.
Ο Μπακάρντι πειραματίστηκε με διάφορες τεχνικές για σχεδόν δέκα χρόνια και κατέληξε σε μια τεχνική διήθησης με άνθρακα, η οποία άφηνε ένα πεντακάθαρο απόσταγμα. Στη συνέχεια, ο Φακούντο δημιούργησε δύο ξεχωριστά αποστάγματα που μπορούσε να τα συνδυάσει, εξισορροπώντας μια ποικιλία γεύσεων: Aguardiente (ένα στιβαρό, γευστικό απόσταγμα) και Redestillado (ένα εκλεπτυσμένο, λεπτό απόσταγμα). Όταν πέτυχε την τέλεια ισορροπία των γεύσεων παντρεύοντας τα δύο αποστάγματα μαζί, παλαίωσε σκόπιμα το ρούμι σε λευκά δρύινα βαρέλια για να αναπτύξει λεπτές γεύσεις και χαρακτηριστικά ενώ ταυτόχρονα εκμηδένιζε τα πιο έντονα. Το τελικό προϊόν ήταν το πρώτο διαυγές, ελαφρύ «λευκό» ρούμι στον κόσμο.

Είναι άγνωστο αν ο Φακούντο Μπακάρντι είχε σκοπό να εκμεταλλευθεί εμπορικά το προϊόν του ή οδηγήθηκε σ’ αυτή την απόφαση από τις συγκυρίες. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν είχε επιλογή. Ένας μεγάλος σεισμός 7,1 βαθμών Ρίχτερ και η επιδημία χολέρας που ξέσπασε αμέσως, σχεδόν ισοπέδωσαν το Σαντιάγκο. Υπό αυτές τις συνθήκες η οικογένεια έχασε δύο από τα παιδιά της και ταξίδεψε για λίγους μήνες στην πατρική γη της Καταλονίας για να συνέλθει. Όταν επέστρεψαν στην Κούβα, οι Μπακάρντι διαπίστωσαν ότι τα είχαν χάσει όλα. Τα εμπορικά τους καταστήματα ήταν ερείπια και λεηλατημένα, η παγκόσμια ζήτηση για ζάχαρη πολύ χαμηλή και έτσι η οικογένεια αποφάσισε να στραφεί προς το ρούμι.

Tο πρώτο αποστακτήριο ρουμιού BACARDÍ στο Σαντιάγκο της Κούβας. Photo: @bacardi/Instagram

Με σήμα τη… νυχτερίδα
Ο Φακούντο κι ο αδελφός του Χοσέ αγόρασαν ένα μικρό αποστακτήριο στο Σαντιάγκο, με χρήματα από τη σύζυγο του Φακούντο. Η αγορά έγινε το 1862 και τότε μπήκαν οι βάσεις για τις πρώτες πωλήσεις, που έγιναν μέσω του μοναδικού εμπορικού μαγαζιού που μπόρεσε να διασώσει η οικογένεια. Όσο για το σήμα; Η δόνα Αμαλία σε μια επίσκεψή της στο αποστακτήριο παρατήρησε ότι από την οροφή της βασικής αίθουσας κρέμονταν νυχτερίδες. Για τα έθιμα και τις παραδόσεις της Κούβας η νυχτερίδα δεν είναι αποκρουστικό ζώο, αντίθετα συμβολίζει την οικογενειακή ενότητα, την καλή τύχη και την υγεία. Έτσι, λοιπόν, η σύζυγος επέμεινε να την βάλουν στο μπουκάλι.
Αυτό το λογότυπο έλυσε κι ένα άλλο, σημαντικό πρόβλημα: Στην Κούβα όπου πάνω από το 90% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι, το σήμα της νυχτερίδας ήταν εύκολα αναγνωρίσιμο από μια επιγραφή με γράμματα, που είχαν οι άλλες εταιρείες αλκοολούχων ποτών. Όλοι αναγνώριζαν το προϊόν με την πρώτη και οι πωλήσεις εκτοξεύθηκαν.

Ο Φακούντο Μπακάρντι απεβίωσε το 1886, είχε όμως ήδη παραδώσει από χρόνια την επιχείρηση στον μεγαλύτερο γιο του Εμίλιο. Αν ο πατέρας έβαλε τις βάσεις της επιχείρησης, ο γιος την απογείωσε. Εκτός από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες ήταν και φανατικός υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της Κούβας από την Ισπανία, φυλακίστηκε δύο φορές για αντιστασιακή δράση και όταν η Κούβα απέκτησε την ανεξαρτησία της (με την αμερικανική βοήθεια, βεβαίως) έγινε ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος δήμαρχος του Σαντιάγκο.

Το ρούμι είχε γίνει πια το εθνικό ποτό της Κούβας.
Οι πρώτες εξαγωγές του Bacardi έγιναν σε ελεγχόμενες περιοχές, την Καταλονία (Βαρκελώνη) και τις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη). Η εποχή της ποτοαπαγόρευσης αντί να γονατίσει την εταιρεία, κυριολεκτικά την απογείωσε. Η Bacardi έχασε τις εξαγωγές της στις ΗΠΑ, όμως η Κούβα λόγω εγγύτητας με τη Φλόριντα έγινε ένας πολύ δημοφιλής τουριστικός προορισμός για όσους ήθελαν να καταναλώσουν αλκοόλ. Έτσι το προϊόν που καταναλωνόταν τοπικά στην Κούβα διαφημίστηκε σε όλες τις ΗΠΑ και μεταφερόταν παράνομα σε τσάντες και βαλίτσες.

To σήμα της Bacardi. Σύμφωνα με τις παραδόσεις της Κούβας η νυχτερίδα συμβολίζει την οικογενειακή ενότητα, την καλή τύχη και την υγεία. Photo: @bacardi/Instagram

Το σλόγκαν της εταιρείας εκείνα τα χρόνια ήταν «The king of rums and the rum of Kings», ο βασιλιάς του ρουμιού και το ρούμι των βασιλιάδων. Η δεκαετία του 1930 ήταν αυτή της αμερικανικής εξάπλωσης. Η αρχή έγινε από το Μεξικό, όμως η εταιρεία επεκτάθηκε γρήγορα σ’ ολόκληρη τη λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Το 1927, μάλιστα, έγινε η πρώτη επέκταση και στο χώρο της μπύρας, με την παραγωγή της Hatuey.
Η σχέση της οικογένειας με το καθεστώς Μπατίστα, που κυβέρνησε δικτατορικά την Κούβα από το 1933 ως το 1959, πέρασε από πολλά σκαμπανεβάσματα. Ένα μέλος της οικογένειας, ο Χοσέ Πεπίν Μπος, έγινε μέχρι και υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης το 1949, αλλά η οικογένεια Μπακάρντι χρηματοδότησε αρχικά την κουβανική επανάσταση του 1959 για να αλλάξει το καθεστώς. Όταν ο Φιντέλ Κάστρο πήρε την εξουσία κι άρχισε να εφαρμόζει τις κομουνιστικές του πρακτικές, η οικογένεια αποφάσισε να αποχωρήσει από το νησί.

Οι βάσεις είχαν μπει νωρίτερα, διότι οι Μπακάρντι νόμιζαν ότι κάποια στιγμή θα τους κυνηγούσε ο Μπατίστα. Έτσι είχαν φροντίσει να μεταφέρουν πολλά περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό και να δημιουργήσουν νέα εργοστάσια στο Πουέρτο Ρίκο και τη Τζαμάικα. Τον Σεπτέμβριο του 1960 η οικογένεια έφυγε από την Κούβα και εγκαταστάθηκαν στο Χάμιλτον της Βερμούδας, όπου ακόμα και τώρα βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας. Όλα τα κτίρια, οι καταθέσεις στις τράπεζες και άλλα κινητά και ακίνητα της εταιρείας κρατικοποιήθηκαν από το καθεστώς Κάστρο.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Bacardi άρχισε να εφαρμόζει μια νέα πολιτική, αυτή της απορρόφησης δεκάδων εταιρειών με επώνυμα brands αλκοολούχων ποτών. Η πρώτη συμφωνία έγινε με τη Martini & Rossi το 1993 για τα μαρτίνι και τα αφρώδη κρασιά τους, αλλά πλέον στην κατοχή της εταιρείας βρίσκονται πάνω από 200 brands από διάφορα ποτά (από ουίσκι και βότκα, τεκίλα και λικέρ μέχρι κασάσα της Βραζιλίας και μεζκάλ της Γουατεμάλας). Ανάμεσα στις πιο γνωστές μάρκες που ελέγχονται πια από τη Bacardi είναι τα Dewar’s, Drambuie, Havana Club και DiSaronno, εκτός φυσικά από τα Martini.

πηγή: newmoney.gr

Dalmore 62: Οι 12 φιάλες που άλλαξαν την ιστορία του ουίσκι

Εμφάνιση περισσότερων

Σχετικά άρθρα

Back to top button